ταχίνι

ταχίνι
το «тахини» (тахинная масса из кунжута)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "ταχίνι" в других словарях:

  • ταχίνι — Κοινή ονομασία του σησαμοπολτού, παχύρρευστης ουσίας, η οποία παρασκευάζεται από τους σπόρους του σησαμιού. Για να παρασκευάσουν τ. βρέχουν το σησάμι με αλμυρό νερό και το φουρνίζουν σε φούρνο χαμηλής θερμοκρασίας. Έπειτα το αποφλοιώνουν και το… …   Dictionary of Greek

  • ταχίνι — το (λ. τουρκ.), πολτός από αλεσμένο σουσάμι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Tahini — Le tahini, tahina, téhina ou tahiné est une crème de sésame, préparation orientale faite à partir de graines de sésame pressés, mélangée avec un peu d eau, jusqu à obtenir une pâte lisse. Le tahini est très riche en calcium et en phosphore et a… …   Wikipédia en Français

  • σησαμόπολτος — και σησαμοπολτός, ο, Ν παχύρρευστος πολτός από τα σπέρματα τού σουσαμιού, το ταχίνι. [ΕΤΥΜΟΛ. < σήσαμο «σουσάμι» + πολτός. Η λ. μαρτυρείται από το 1833 στην Εφημερίδα τής Κυβερνήσεως τού Βασιλείου τής Ελλάδος] …   Dictionary of Greek

  • σουσάμι — (σήσαμο το ινδικό). Ελαιοφόρο φυτό της οικογένειας των Πεδαλιιδών ή Πηδαλιιδών (δικοτυλήδονα), είδος των εύκρατων και τροπικών κλιμάτων, όπου καλλιεργείται από τους αρχαίους χρόνους (Ινδία, Κίνα, Αίγυπτος). Έχει απαιτήσεις σε θερμοκρασία και… …   Dictionary of Greek

  • ταχινόσουπα — η, Ν σούπα με ταχίνι …   Dictionary of Greek

  • χαλβάς — ο, Ν 1. βιομηχανικό προϊόν, είδος γλυκίσματος από ταχίνι, ζάχαρη, αρωματικά και, συχνά, από εκχύλισμα χαλβαδόριζας 2. οικιακό γλύκισμα παρασκευαζόμενο κυρίως από σιμιγδάλι, βούτυρο ή λάδι και ζάχαρη 3. μτφ. άνθρωπος νωθρός και αφελής, βλάκας.… …   Dictionary of Greek

  • tahân — TAHẤN, tahânuri, s.n. Făină din seminţe de susan, de floarea soarelui, nuci, arahide, migdale dulci prăjite, din care se prepară halvaua. ♢ Făină din seminţe de susan din care se prepară mâncăruri de post; mâncare preparată din această făină –… …   Dicționar Român

  • ταχινόσουπα — η σούπα με ταχίνι (αντί με αβγολέμονο ή με κάτι άλλο) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»